ἔγχριστος

ἔγ-χριστος, ον,
A rubbed in as an ointment, Theoc.11.2;

εἰς τοὺς ὀφθαλμούς Arist.GA747a9

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγχριστος — ἔγχριστος, ον (Α) (για φάρμακο) αυτό που αλείφεται …   Dictionary of Greek

  • ἔγχριστος — rubbed in as an ointment masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχριστον — ἔγχριστος rubbed in as an ointment masc/fem acc sg ἔγχριστος rubbed in as an ointment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίστοις — ἔγχριστος rubbed in as an ointment masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίστου — ἔγχριστος rubbed in as an ointment masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχριστα — ἔγχριστος rubbed in as an ointment neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερέγχριστος — ον, Α (για αλοιφή τών ματιών) αλειμμένος επάνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἔγχριστος (για φάρμακο) «αυτό που αλείφεται»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.